διανοίξῃ

διανοίξηι , διάνοιξις
opening
fem dat sg (epic)
διανοίγω
lay open
aor subj mid 2nd sg
διανοίγω
lay open
aor subj act 3rd sg
διανοίγω
lay open
fut ind mid 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάνοιξη — η το άνοιγμα συμπαγούς όγκου πέρα για πέρα: Εργάστηκε για τη διάνοιξη του δρόμου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάνοιξη — η [διανοίγω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διανοίγω 2. διαπλάτυνση, διεύρυνση, πλάτεμα …   Dictionary of Greek

  • διάνοιξη κάψας — Χειρουργική τομή σε μία σωματική κάψα, όπως είναι ο φακός του ματιού, για αφαίρεση καταρράκτη …   Dictionary of Greek

  • διάνοιξη περιτονίας — Χειρουργική διαδικασία για την ανακούφιση της πίεσης των μυών, που πραγματοποιείται με μία τομή στην ταινία ινώδους ιστού που τους περιβάλλει …   Dictionary of Greek

  • γεώτρηση — Μέθοδος διάτρησης του εδάφους, μερικές φορές σε σημαντικό βάθος, που πραγματοποιείται με τη διάνοιξη οπών σχετικά μικρής διαμέτρου (μέγιστο 60 εκ.). Ο κύριος σκοπός της γ. είναι η έρευνα του υπεδάφους είτε για την εξακρίβωση της γεωλογικής… …   Dictionary of Greek

  • σχάση — η / σχάσις, εως, ΝΜΑ [σχάζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σχάζω, διάνοιξη, τομή σε δύο κυρίως μέρη νεοελλ. 1. ιατρ. η με μαχαιρίδιο διάνοιξη πληγής ή φυσικής οπής για θεραπευτικό σκοπό 2. βιολ. γενική διαδικασία τής οργανικής αναπαραγωγής,… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • Λεσέψ, Φερντινάν Μαρί ντε- — (Ferdinand Marie de Lesseps, Βερσαλίες 1805 – Λα Σενέ 1894). Γάλλος διπλωμάτης και μηχανικός. Σε ηλικία 20 ετών μπήκε στη διπλωματική υπηρεσία, υπηρέτησε σε διάφορα προξενεία (Αίγυπτος, Τυνησία, Ισπανία) και τελικά τοποθετήθηκε πρεσβευτής στη… …   Dictionary of Greek

  • έκθεση — Γενικός όρος, με τον οποίο στον τομέα της παραγωγής (υλικής, τεχνολογικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής), του εμπορίου και της προπαγάνδας (ακόμα και με την πιο ευρεία έννοιά της) υποδηλώνεται η συγκέντρωση σε καθορισμένο τόπο και χρόνο… …   Dictionary of Greek

  • έκφραξη — η (Α ἔκφραξις) νεοελλ. διάνοιξη φραγμένου πόρου, ξέφραγμα αρχ. ιατρ. διάνοιξη εμφράξεως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.